Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Ένα Νόμισμα και μια Τελεία.
















Όσα δεν έζησα και δεν γεύτηκα έμειναν μετέωρα στην ψυχή μου σκέφτηκε.
Η μνήμη ακολουθεί τον ίδιο δρόμο.
Το ταξίδι επιμένει χωρίς επιβάτες.
Ένα νόμισμα και μια τελεία ήταν το θέμα των σημειώσεών του.

Ένα νόμισμα και μια τελεία. Κάπως έτσι ξεμπερδεύει ένα όνειρο όταν κάτι θέλει να κρύψει μέσα σε αυτό. Κατρακυλάει και στριφογυρίζει σε κατηφορικά μονοπάτια δημιουργώντας σκιές ανεπανάληπτες και ανύποπτες από τον επόμενο περιπατητή.
Ο Λύκος απέφευγε την εξοχή τα τελευταία χρόνια. Ο νους του ένα έπιπλο θαμπό προσπαθούσε να ανταγωνιστεί τις αντίκες των καταλόγων.  Αλλά ό πάγος τις τελευταίες μέρες προκαλούσε θόρυβο καθώς έσπαγε και ο ψυχρός άνεμος θύμιζε τον πόνο στα μάτια άλλων στιγμών.
Πέρα στο λευκό πέπλο αντιφέγγιζε η  μορφή της Πασμίνα. Είχε μήνες να την δει. Η αδιαφορία της του προκαλούσε ύπνωση και παραστρατούσε στα λάθη της απραξίας του.
Την φανταζόταν εκστασιασμένη στις θεατρικές της ασχολίες. 

Κοιτούσε στον καθρέπτη, και διαφωνούσε με την εικόνα που αντίκριζε. 




Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Κατεύθυνση

Κάποτε ξυπνούσε τόσο νωρίς και η ζωή γέμιζε τις αισθήσεις της λες και πνίγοντας οποιαδήποτε ικανότητά της να της αντισταθεί. Σιγά σιγά το πνεύμα της κατανάλωσε ατυχίες και ασύμφορες μεταπτώσεις. Η μοναξιά της έγινε μια τροφή σχεδόν ηδονική και πάντα δοτική. Κάθε απόρριψη έκρυβε στο τέλος ένα εκκωφαντικό γέλιο που κατακλύζει την ψυχή της σκηνής προς τους θεατές της. Η Πασμίνα έδειχνε το χαμόγελο της λύπης της απλόχερα παραπλανώντας, μια νοητική φιλία με τις αισθήσεις της. Μια αβέβαιη πτώση για τους άλλους που κάτι περίμεναν από αυτήν. Παρατηρούσε καινούργιες εικόνες που τις πρόσφεραν ανάσα και συνέχιζε. Οι σκέψεις της κυνηγούσαν τα θέλω της που στο τέλος απέρριπτε δίχως ενδιαφέρον. Η αδράνεια όπλο κατά οποιαδήποτε αρχής, άλλη μια επιλογή.
- και τι έγινε έλεγε.

Κάπου μακριά ο Λύκος προσπαθούσε να συναρμολογήσει τον μηχανισμό ενός παλιού ρολογιού και η Πασμίνα χτυπούσε τα δάκτυλα της στο ημερολόγιο συναντήσεων της κατασκευάζοντας ένα μωσαϊκό πιθανόν αναμνήσεων. Το βλέμμα της αμέριμνο και συμπαθητικό κοιτούσε επανειλημμένα ένα άνοιγμα της βαριάς κουρτίνας προς το βαθύ μπλέ του ουρανού.


Ο άνεμος χτυπούσε ρυθμικά ότι μπορούσε να σηκώσει η δύναμη του προς διαφορετικές κατευθύνσεις...




Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Σοκολάτα και Βανίλια

Δύο χαμογελαστές ψυχές. Κλεμμένα φτερά
Ανείπωτες συμπτώσεις. Τέχνη αμάζευτη
Δύο δυστυχισμένες ματιές. Δανεικά φτερά
Ένα σπαθί και μία ασπίδα. Ανακύκλωση. 
Η Πασμίνα έξυσε το μέτωπό της και κατέβηκε τη στριφογυριστή μεταλλική σκάλα κάνοντας θόρυβο με τα ολοκαίνουργα ξύλινα τσόκαρα της. 

Το φόρεμα της διάφανο λευκό.
Μόνη μου είμαι σκέφτηκε, ας νιώσω την ελευθερία της σκιάς μου.

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Ηλιόλουστη Μέρα...







Η Πασμίνα σήκωσε την πεσμένη μαργαρίτα και άρχισε να την μαδά...

Κάποιος για να αγνοώ πολύ.
Κάποιος για να συμπαθώ πολύ.
Κάποιος για να λατρεύω πολύ.

Κάποιος για να αγνοώ πολύ.
Κάποιος για να συμπαθώ πολύ.
Κάποιος για να λατρεύω πολύ.

Συνέχισε μουρμουρίζοντας τον σκοπό της και ένα βουναλάκι από λευκά πέταλα σχηματίστηκε στα πόδια της. Κράτησε το τελευταίο στα δάχτυλα της και κοίταξε τον ουρανό τόσο έντονα που ένιωσε πόνο στα μάτια της....

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Ανεξάντλητο Αναποδογύρισμα

Κοιτούσε το δρύινο ρολόι που βρισκόταν μέσα στη σκιά. Το βλέμμα του εκλιπαρούσε για έναν ήχο. Μια απόκοσμη αφή τυρανούσε το μυαλό του.
Τα θέλω του.
Σκονισμένα έπιπλα κοσμούσαν την ύπαρξή του. Αξιόπιστη εικόνα για την διάθεσή του σκέφτηκε. Το μυαλό και τα θέλω είχαν γίνει ένα. Τα απλωμένα χέρια ήταν κενά. 
Ρεύμα ασήκωτο διαπέρασε το θύμα του.
Άκουσε το γέλιο της σαν από μακριά.
Σήμερα την μισούσε με όλο του το είναι. Ήξερε ότι θα περάσει αυτό το κύμα και πάλι ξανά τα ίδια. Ίσως ερχόταν και η στιγμή που θα ήθελε να την εκδικηθεί για πάντα. 
Τα θέλω του η ύπαρξη και ο κόσμος το πνεύμα, κάπου αόρατο.
Αλλόκοτες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του και καταλάγιασαν μες το ταξίδι τής σκέψης και του χρόνου.
Ανέμελο πνεύμα η ψυχή της.
Μακρινός ορίζοντας τα δικά της θέλω ακόμη και γι' αυτήν. Λατρεύει το κύμα και τον δημιουργό της και η καταιγίδα της δημιουργεί μια  δαιμονισμένη χαρά επιβίωσης.
Σηκώθηκε και άγγιξε τα γράμματα στην ράχη κάποιων βιβλίων της βιβλιοθήκης, αδιάβαστα ακόμη. Μπρούντζινοι δίσκοι κρεμόντουσαν στους τοίχους.
Το καθένα με μια αφήγηση...

Μέθη και ζάλη την στριφογύριζαν στους τέσσερις τοίχους του δωματίου. Το δέρμα της της θύμιζε τον ουρανό ανακατεμένο. Μέσο για να νιώθει ότι αιωρείται. Λεπτές γραμμές χάραζαν όλο της το σώμα θυμίζοντάς της πλήκτρα ενός πιάνου, αρκούσε να τις αγγίξεις για να βγάλουν τον ήχο τους.
Για δες πως το μυαλό επικεντρώνεται σε ένα σημείο και κατευθύνει το μυαλό αλλού σκέφτηκε, μια όαση πνεύματος, μακριά από όλους. Σε ένα δωμάτιο προσπαθεί να γεμίσει την ώρα της με χειροπιαστές πράξεις και αντί αυτού ταξιδεύει . Χαμένα αρώματα και χρώματα από το παρελθόν προσκρούουν με σημερινές βλέψεις και επιθυμίες μιας γυναίκας που χρειάζεται ελάχιστα για να επιβιώσει είτε ηδονικά είτε μοναχικά.. Αρκεί η ύπαρξή της για να επιβιώσει.
Ποιος μίλησε για φως; Το φως της θυμίζει τα συμφέροντα του κόσμου τα οποία αποκτούν αφή με το φως. Αγαπούν το φως γιατί μπορούν να χαϊδεύουν ότι αγγίζει. Προκαλούν στην ψυχή λύπη και στα σώματα πόνο. Με το φως. Μιλούν για περισσότερη ζωή. Μια ακόμη ζωή. 
 Μέσα στην ζάλη της κλότσησε ότι εμπόδιο υπήρχε στο κρεβάτι της για να απελευθερωθεί και συνέχισε το ταξίδι του μυαλού και του σώματος, δίχως αύριο.
Έγδυσε το μυαλό της και βυθίστηκε στο σκοτάδι...